ΔΙΑΦΟΡΑ

«Ας μιλήσουμε για το 2015»
06/01/2016



Το πρώτο πράγμα που θα σκεφτεί πολύς κόσμος διαβάζοντας τον τίτλο αυτού του άρθρου είναι: ‘Ωχ, άλλη μια ανασκόπηση…’. Λογικό, αν σκεφτεί κανείς το βομβαρδισμό που δέχεται ο μέσος διαδικτυακός χρήστης για το ίδιο θέμα μέσω των social media. Αυτό άλλωστε θα μπορούσε να είναι ένα από τα highlights του 2015. Αν κι εδώ που τα λέμε, αυτό ίσως αποτελεί highlight της τρέχουσας δεκαετίας. Κι εδώ είναι η μαγική λέξη: δεκαετία. Γιατί η ανασκόπηση του 2015 δεν αποτελεί μόνο ανασκόπηση ενός έτους, αλλά και του πρώτου μισού μιας δεκαετίας. Κι αν τα 60s χαρακτηρίστηκαν από την επανάσταση (στο εξωτερικό γιατί εδώ είχαμε χούντα) και τα 80s από το γιαπισμό (στο εξωτερικό γιατί εδώ είχαμε ‘σοσιαλισμό’), ποιο θα είναι το ρεύμα με το οποίο θα ταυτιστούν τα 10s? (αυτή τη φορά είμαστε πιο ‘κοντά’ στο εξωτερικό λόγω της παγκοσμιοποίησης).

Αν με ρωτούσε κανείς ποια είναι η πιο δημοφιλής φράση της χρονιάς, θα έλεγα ‘Πρώτη φορά Αριστερά’. Προσοχή: η λέξη δημοφιλής δεν έχει απαραίτητα θετική έννοια. Για του λόγου το αληθές είχε στην αρχή της χρονιάς. Στη συνέχεια, όμως, απέκτησε ειρωνική και αναπόφευκτα αρνητική υπόσταση (κάτι σαν τη φράση ‘Μαζί τα φάγαμε’ που ειπώθηκε πριν από λίγα χρόνια, αλλά με αντίστροφη εξέλιξη. Δηλαδή από την οργισμένη αποποίηση των ευθυνών κατέληξε σε μια σιωπηλά υποσυνείδητη ειλικρίνεια).

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Το Φλεβάρη αναλαμβάνει την εξουσία για πρώτη φορά στην Μεταπολιτευτική Ελλάδα Αριστερή κυβέρνηση. Υποθέτω ότι ένα μεγάλο πληθυσμιακό κομμάτι -εξαιρουμένων αυτών που ζούσαν (κυριολεκτικά) ως στελέχη ή συγγενείς στελεχών από το δικομματισμό, αυτών που είχαν εικόνισμα του Φρίντμαν στο προσκέφαλο τους και των (ουκ ολίγων) φορέων παρωπίδων- χάρηκε. Κι αυτό γιατί μετά από 4 χρόνια γεμάτα εξουθενωτικά μέτρα από τους θεσμούς (σε αυτή τη λέξη ίσως κολλάει το πατροπαράδοτα σαρκαστικό sic) o λαός βρίσκει ελπίδα σε μια παράταξη που εκπροσωπεί την ιδεολογία υπέρ του αδυνάτου και την πιο δίκαιη κατανομή πλούτου. Σε θεωρητικό επίπεδο τουλάχιστον. Και μιας και μιλάμε για θεωρία, να τονίσω ότι πάντα μου έκανε εντύπωση η έντονη αντίθεση της χριστιανικής προσέγγισης των πραγμάτων από την Αριστερά με τον παράλληλο αθεϊσμό της. Ίσως βέβαια να μη μου έκανε τόσο αν, ως τυπικό παιδί της γενιάς των Millenials, δεν ξενυχτούσα για να δω την πρεμιέρα του Game of Thrones παράλληλα με την Αμερική, ενώ κοιμόμουν σαν πουλάκι όταν ψηφιζόταν στη Βουλή το μεσοπρόθεσμο. (Τι να κάνω? Εγώ φταίω? Αφού γεννήθηκα και μεγάλωσα σε ‘Δυτική’ χώρα…).

Οι πρώτες αντιδράσεις γεμάτες ενθουσιασμό. Τα κάγκελα μπροστά από τη Βουλή ξηλώνονται, ενώ για πρώτη φορά ο λαός κατεβαίνει στο Σύνταγμα, όχι για να διαμαρτυρηθεί, αλλά για να υποστηρίξει την Κυβέρνηση στο δύσκολο έργο της για διαπραγμάτευση με τις ‘Μεγάλες Δυνάμεις’. Υπάρχει στον αέρα ένας διάχυτος τσαμπουκάς τύπου –συγχωρέστε με για το λαϊκισμό (?)- ‘Θα σας πάρουμε τα σώβρακα’ που επικροτείται έντονα. Τα πουκάμισα έξω από το παντελόνι και χωρίς γραβάτα προκαλούν (αν έγινε μόνο για να προκαλέσουν ήταν φάουλ, αν ο αντίποδας τα είδε ως μη επαγγελματισμό εξίσου φάουλ – για να αποβάλλουμε τα στερεότυπα πάντως, ας θυμηθούμε ότι το ‘κυριλέ’ μπλε χρώμα του νέο-συντηρητισμού ήταν κάποτε το χρώμα των εργατών). Και μετά αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση. Ο τσαμπουκάς φαίνεται να μην περνά, ενώ το βόλεμα έρχεται ξανά στην επιφάνεια. Το όνειρο ξαφνικά δίνει τη θέση της στην υπομονή, που από τη φύση της εξαντλείται. Μέχρι που φτάνουμε στο ανώτατο όριο της γραφικής παράστασης, το Δημοψήφισμα. Ακόμα θυμάμαι το βράδυ της Παρασκευής 26ης Ιουνίου τα τηλεφωνήματα φίλων –ακόμα και των πιο απολιτίκ- να μάθουν τι ανακοινώθηκε, ενώ εκείνη την ώρα ήταν έξω για να διασκεδάσουν. Κοίτα να δεις, η τηλεόραση που μέχρι τότε τη χρησιμοποιούσες για να δεις σειρές κατεβασμένες από το Internet, λειτουργεί για να δεις και πρωθυπουργικά διαγγέλματα. Η απόφαση για το δημοψήφισμα ίσως ήταν λάθος όσον αφορά το χρόνο που ελήφθη και το λιγοστό χρόνο αντίδρασης που άφησε στο λαό, αλλά παράλληλα έδειξε ότι υπήρξαν κάποιοι άνθρωποι που δεν είπαν ναι σε μέτρα χωρίς καν να τα διαβάσουν -όπως ενδεχομένως γινόταν μέχρι τότε- αλλά ζήτησε από το λαό τη συγκατάθεσή του ή μη.

Και τότε αρχίζει ο απόλυτος πανικός. Ο λαός διχάζεται, ξεκινά μια απίστευτη κοκορομαχία στα ιντερνετικά ή μη καφενεία (που στο πιο τραβηγμένα απαισιόδοξη οπτική έκλεινε το μάτι σε εμφύλιο), πολλά από τα media (ηλεκτρονικά ή έντυπα) ασκούν αδιάκοπη προπαγάνδα με αποκορύφωμα την παραδοσιακή τηλεόραση, που απέδειξε ότι δικαίως δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε για την κεραία της αλλά μόνο για την USB θύρα της. Άρχισε δε να χρησιμοποιείται ευρέως μία αγγλική λέξη, το hoax, η παρουσίαση δηλαδή μιας ψευδούς είδησης ως αληθινής και η ταχύτατη αναπαραγωγή της λόγω έλλειψης φιλτραρίσματος. Το καλό της υπόθεσης: παρά τις ουρές στα ATM δεν έγιναν σοβαρές ταραχές και ο κόσμος έδειξε σχετική ψυχραιμία, ενώ το πάγωμα των αγορών από τα capital controls δεν οδήγησε σε ουσιαστική έλλειψη αγαθών (αυτό ήταν το εφιαλτικότερο σενάριο που άλλωστε είχε γίνει το Γενάρη διαφημιστικό σποτ της αντιπολίτευσης με χολιγουντιανές προδιαγραφές). Μιας και η αλλοφροσύνη κράτησε δύο βδομάδες, ο ιστορικός του μέλλοντος θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει (λόγω διάρκειας) ως Ελληνική Κρίση των 13 ημερών (η οποία έγινε στη χώρα που λυπάσαι άσχετα αν μαζεύεις λεφτά ένα χρόνο για να κάνεις διακοπές εκεί).

Το αποτέλεσμα ήταν ότι 6 στους 10 Έλληνες έστειλαν ένα ηχηρό όχι στην Ευρωπαϊκή «Ένωση» (ίσως τα μόνα εισαγωγικά που θα τους βρουν σύμφωνους όλους). Η ελπίδα για πραγματικό τσαμπουκά αυτή τη φορά αναζωπυρώθηκε. Δυστυχώς, όχι για πολύ όμως. Σταδιακά αυτοπυρπολήθηκε με αποτέλεσμα στο τέλος του ‘παραμυθιού’ να ζήσουν αυτοί καλά κι εμείς … χειρότερα. Το Όχι έγινε σιγά σιγά Ναι και το παλλαϊκό αίτημα για ανακούφιση έδωσε θέση στις υποχωρήσεις στα σκληρά αιτήματα της Σιδηράς Κυρίας των 10s, της Άνγκελα Μέρκελ. Ο πρωθυπουργός έδρασε ως σύγχρονος Πόντιος Πιλάτος, ενώ φρόντισε με νέες εκλογές να απομακρύνει τους σεναριογράφους του ζοφερού μέλλοντος του Λόμπυ της Δραχμής (sic ξανά). Και φυσικά αρκετοί από τους ηττημένους του δημοψηφίσματος βγήκαν ‘νικητές’, ξεχνώντας ποιοι κυβερνούσαν τον ελληνικό Τιτανικό από το ‘74 έως το ’11, σιγοψιθυρίζοντας: ‘Έλα μωρέ κουτσά στραβά θα τη βγάλουμε. Και στην τελική την κοπανάμε έξω’ (τώρα αν σε λίγα χρόνια πας λαντζέρης με μεταπτυχιακό στη Γερμανία και η εξίσου μορφωμένη γυναίκα σου προσέχει ηλικιωμένες γυναίκες, όπως οι -συμπαθέστατες κατά τ’ άλλα- εδώ Γεωργιανές είναι άλλο θέμα).

Η περυσινή ήττα της κυβέρνησης ήταν ίσως και η μεγαλύτερη απογοήτευση των τελευταίων ετών. Κι αυτό γιατί δεν έχασε απλά μια ομάδα πολιτικών, αλλά μια ελπίδα για κάτι το διαφορετικό. Μια ιδεολογία στην οποία δόθηκε για πρώτη φορά η ευκαιρία να περάσει από τη θεωρία στην πράξη. Αποδείχθηκε, όμως, περίτρανα ότι στη σημερινή δυτική κοινωνία ο σύγχρονος λεγεωνάριος έχει την ιδιότητα τραπεζίτη που φορά ακριβό κοστούμι αντί για πανοπλία διασφαλίζοντας μια άτυπη Pax Romana (λαϊκιστής ξανά? Ίσως.) Ένα γρανάζι σε μια καλοκουρδισμένη μηχανή που εκτελεί φαύλο κύκλο.

Εδώ πρέπει να βάλουμε μια άνω τελεία γιατί νομίζω ότι πέφτουμε στην παγίδα να πετάξουμε το μπαλάκι αποκλειστικά αλλού. Να το θέσω διαφορετικά. Γιατί δεν είμαστε εμείς στην αντίπερα όχθη να κρίνουμε τα PIGS? Γιατί να μην είμαστε εμείς Λουξεμβούργο στη θέση του Λουξεμβούργου? Χωρίς να είμαι ειδικός, νομίζω ότι η ανθρώπινη φύση έχει μια εκ γενετής τάση προς την εργασιακή οκνηρία. Γι’ αυτό και αυθόρμητα χαιρόμαστε παιδιά όταν αναβληθεί το σχολείο κι ενήλικοι όταν αναβληθεί η δουλειά. Ίσως αυτή η τάση είναι πιο έντονη εδώ. Ίσως φταίει ο ήλιος (άλλωστε αυτός όπλισε τον ’Ξένο’ του Αλμπέρ Καμύ). Ίσως όμως φταίει η έλλειψη παιδείας και η καλλιέργεια του ατομισμού από μικρή ηλικία. Γιατί δεν εξηγείται αλλιώς να θέλει ένας νέος να βγάζει λεφτά χωρίς να δουλεύει, προτού καν μπει στον εργασιακό στίβο. Δεν εξηγείται η τάση να θες να τη φέρεις στο διπλανό σου. Η μαγκιά στην οδήγηση. Ο χλευασμός προς τους ξένους (τώρα αν εσύ κατάγεσαι από πρόσφυγές ή επιβίωσες επειδή ο παππούς σου έφυγε μετανάστης φυσικά δεν έχει σημασία). Αλήθεια υπάρχει συνώνυμο της λέξης ‘κουτοπονηριά’ σε άλλη γλώσσα? Δε λέω αν δεν παινέψεις το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει, αλλά αν πέσουν όλα των γύρω σου, θα τα καταφέρεις μόνος σου?

Κάθεσαι και κοροϊδεύεις τους Βόρειο-ευρωπαίους. Πόσο απάνθρωποι είναι που ‘διώχνουν’ τα παιδιά τους από τα 18. Έχεις σκεφτεί όμως ότι ίσως αυτά τα παιδιά μαθαίνουν από νωρίς να στέκονται στα πόδια τους και να ωριμάζουν πιο γρήγορα? Οι δε γονείς τους να τα αφήνουν να κυνηγούν τα όνειρα τους και να μην εγκαταλείπουν σταδιακά τους εαυτούς τους νιώθοντας (από ένα σημείο και μετά) εξ' αναγκασμού Διόσκουροι τους? Τολμάς και αποκαλείς ‘Αμερικανάκι’ αυτόν που καθορίζει το ντύσιμο σου και το smartphone (=lifestyle) σου? Δηλαδή αυτός πως πρέπει να σε αποκαλεί? Κοροϊδεύεις κάποιον που ποστάρει για το Halloween, ενώ εσύ βρίσκεις πιο ‘υγιές’ να ποστάρεις ότι τα σπας στην πίστα μετά το μεγάλο φαγοπότι της Τσικνοπέμπτης? Δεν έχω τίποτα με τα μπουζούκια. Άλλωστε, (και) για να διασκεδάσεις ζεις. Αλλά με τη συμπεριφορά –πετάω 25 πανέρια λουλούδια έχοντας έξω την κουρσάρα για να δείξω στη διπλανή με το iphone (χωρίς μονάδες) ότι είμαι ‘μάγκας’- έχω. Για κάποιο λόγο λειτουργεί ως φαινόμενο της πεταλούδας για τη στάση: ‘Κοίτα το βλάκα στην Κοπεγχάγη. Παρόλο που είναι άδειος ο δρόμος, δεν περνά γιατί είναι κόκκινο’.

Εννοείται ότι δεν πρέπει να αγιοποιήσουμε τους άλλους. Άλλωστε, αν ο δικός σου θείος στην Κορώνη ήθελε να σε βολέψει μη αξιοκρατικά και να φάει τα δανεικά του γείτονά του, ο παππούς του κολλητού σου στο Facebook Γιούργκεν θεώρησε κάποτε φυσιολογικό να κάνει ένα συνάνθρωπό του σαπούνι, να στερήσει από τη γιαγιά σου την εκπαίδευση από τη Δευτέρα Δημοτικού, επηρεάζοντας τη ζωή των γονιών σου άρα και της δικής σου. Το θέμα είναι τώρα τι κάνουμε? Αν οι Ανατολικοευρωπαίοι είχαν μια δικαιολογία στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου, εμάς ποια είναι η δική μας? Αφού μπήκαμε στο χορό, πρέπει να χορέψουμε. Γίνεται να περιορίσουμε το DNA που ρέει σε αυτές τις εικόνες? Μπορούμε να ανατρέψουμε την εικόνα αυτού του ρεφραίν (Τι? Δε θεωρείς σοβαρή τη Eurovision? Τότε γιατί έβγαινες έξω πανηγυρίζοντας το 2005?).

Ξαφνικά ακούω μια φωνή να μου λέει: ‘Μα καλά που ζει αυτός? Έχει καταλάβει πως έχουν τα πράγματα ή ονειροβατεί? Μάλλον δεν έχει και τα δυο του πόδια κολλημένα στο έδαφος’

(‘Κι όμως κινείται’, ψιθύρισε ο Γαλιλαίος…)

Γιώργος Καρακασίδης

Facebook Share